Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Ποιες οι αποδείξεις περί υπάρξεως του Θεού;


Την απάντηση μας τη δίνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: <<Ποιος ρύθμισε με τάξη τα ουράνια και επίγεια σώματα, όσα κινούνται με τον αέρα και όσα ζουν μέσα στο νερό και όσα υπήρχαν πριν από αυτά, δηλαδή τον ουρανό, τη γη, τον αέρα, το νερό; Ποιος τα ανάμιξε και τα διαχώρισε; Ποιος δίνει και κατευθύνει την ατέλειωτη και ανεμπόδιστη κίνηση;
Δεν είναι λοιπόν ο δημιουργός των πάντων αυτός που έχει φυτεύσει το λογικό, με το οποίο τα πάντα κατευθύνονται στη ζωή; Αλλά ποιος είναι ο δημιουργός τους; Δεν είναι αυτός που τα έπλασε και τους έδωσε ζωή; Δεν μπορούμε βέβαια να δώσουμε τόση δύναμη στην τύχη. Ποιος τα ρύθμισε; Ας το αποδώσουμε και αυτό, αν θέλετε, στην τύχη. Ποιος τα διατηρεί και τα φυλάει σύμφωνα με τους πρώτους νόμους; Κάποιος άλλος ή η τύχη; Οπωσδήποτε κάποιος άλλος και όχι η τύχη. Και τι είναι τέλος πάντων αν όχι ο Θεός; Έτσι λοιπόν το λογικό που είναι φυτευμένο σε όλους μας, και που είναι ο πρώτος νόμος μέσα μας ενωμένος με όλους τους ανθρώπους, μας ανέβασε από τα ορατά στον Θεό>>.

Πατήρ Γεώργιος Α. Καλπούζος

Ποιος έκανε τον Θεό;


Όταν ρωτάς ποιος έκανε τον Θεό, η σκέψη σου είναι φαύλος κύκλος. Μία από τις ιδιότητες του Θεού είναι το άναρχο Αυτού. Όταν ρωτάς ποιος έκανε τον Θεό είναι σαν να λες ποιος γέννησε τον Αγέννητο; Ποιος έδωσε αρχή στον Άναρχο; Αλλά ας υποθέσουμε ότι τον Θεό τον γέννησε κάποιος άλλος και τον κάποιον άλλο κάποιος άλλος κ.ο.κ. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να σταματήσουμε κάπου και να πούμε, ότι αυτός είναι πρώτος άνευ προηγουμένου; Ασφαλώς ναι. Αυτός λοιπόν δεν μπορεί να είναι ούτε ο οργανικός κόσμος, ούτε ο ανόργανος, για τον απλούστατο λόγο: Ένα πράγμα για να κινηθεί πρέπει σύμφωνα με τον Νόμο της αδράνειας να ενεργήσει πάνω του μία δύναμη. Η δύναμη αυτή μπορεί να είναι κίνηση ή κάτι ακίνητο. Αν είναι κίνηση, από πού η κίνηση αυτή; Από άλλη; Και η άλλη από άλλη κ.ο.κ. Κατ' ανάγκη θα φθάσουμε σε ένα ακίνητο, το οποίο κινεί τα άλλα. Το πρώτο λοιπόν ακίνητο που κινεί τα άλλα δεν μπορεί να είναι εντός του κόσμου, γιατί εντός του κόσμου μόνο κίνηση υπάρχει. Επομένως θα είναι εκτός του κόσμου. Και άρα το ακίνητο αυτό είναι ο Θεός.
Ο Θεός υπάρχει πάντοτε και η ύπαρξή του επιβάλλεται σε ένα πρωταρχικό γεγονός, που δεν χρειάζεται καμία εξήγηση. Ο Θεός δεν έχει ούτε αρχή ούτε <<γίγνεσθαι>>. Είναι ο Ων, ο υπάρχων, ο Αιώνιος, ο Ύψιστος, ο Άγιος.

Πατήρ Γεώργιος Α. Καλπούζος

Από πότε ο Θεός;


Λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: <<Ο Θεός υπάρχει πάντοτε. Ο όρος <<ο υπάρχων>>, εκφράζει το αιώνιο, και με αυτό αυτοτιτλοφορείται όταν εμφανίζεται πάνω στο όρος στον Μωυσή. Η ύπαρξή του ούτε άρχισε κάποτε, ούτε και θα λήξει ποτέ. Ο θαυμασμός αυτός προς τον Θεό δημιουργεί περισσότερο πόθο μέσα μας να καθαρισθούμε και με την κάθαρση αυτή να γίνει ο νους μας θεόμορφος>>.

Πατήρ Γεώργιος Α. Καλπούζος

Τι είναι ο Θεός;


Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η λέξη <<Θεός>> παράγεται ή εκ του θέειν (=τρέχειν), επειδή ο Θεός είναι πανταχού παρών, ή εκ του αίθειν (=καίειν), <<ο γαρ Θεός πυρ καταναλίσκον πάσαν κακίαν εστίν>>, ή εκ του θεάσθαι, επειδή ο Θεός τα πάντα βλέπει και <<εθεάσατο πάντα πριν γενέσεως αυτών>> ή εκ του θω (τίθημι), επειδή ο Θεός είναι ο ποιητής πάντων και ο αίτιος κατασκευής των πάντων.
Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων λέγει, ότι ο Θεός είναι ένας, αγέννητος, άναρχος, άτρεπτος, αναλλοίωτος, άχρονος και ποτέ δεν πεθαίνει. Είναι αγαθός και δίκαιος. Δημιουργός του ουρανού και της γης και των αγγέλων. Είναι ο ποιητής και των ψυχών και των σωμάτων.
Ενώ κατά την ουσία ο Θεός είναι ένας, όμως έχει τρία πρόσωπα. Είναι ο αγέννητος Πατήρ, ο μονογενής Υιός του, ο Θεός Λόγος, και το εκπορευτό εκ του Πατρός, Άγιον Πνεύμα.
Ο Ιωσήφ Βρυέννιος μας λέγει, ότι ο Θεός είναι υπερούσια ουσία που δεν υποπίπτει στις αισθήσεις μας. Είναι δυσνόητο ζήτημα και η ουσία του δεν μπορεί να ερευνηθεί.
Όσο ο νους των ανθρώπων προσπαθεί να γνωρίσει τον Θεό, τόσο βλέπει πόσο άγνωστος είναι. Ποιος μπορεί να νοήσει τον απερινόητο; Ποιος να ερμηνεύσει τον ανερμήνευτο; Πώς ο πηλός μπορεί να καταλάβει τον άπειρο Θεό;
Ο Θεός είναι η πηγή των αγαθών, η άπειρη αγάπη, ο υπέρθεος έρως, των εφετών το ακρότατον. Είναι το αληθινό φως που φωτίζει και δεν φωτίζεται. Είναι το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος. Είναι ο αδαπάνητος θησαυρός και της φιλανθρωπίας το ανεξάντλητο πέλαγος.
Και ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει: Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχει ο Θεός. Δεν πρέπει όμως να περιεργαζόμαστε την ουσία Αυτού. Και ο προφήτης Δαυίδ λέγει, ότι είναι άφρονας αυτός που λέγει, ότι δεν υπάρχει Θεός. <<Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού, ουκ έστι Θεός>> (Ψαλμ. 13, 1).
Ο Θεός υπάρχει και είναι ανέκφραστος, αόρατος, ακατάληπτος, απερινόητος και απρόσιτος.
Να πώς το λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: <<Άπειρο είναι το θείο και ακατάληπτο και μόνο ένα από αυτό είναι καταληπτό, η απειρία και α ακαταληψία>>.

Πατηρ Γεώργιος Α. Καλπούζος

Ήταν δυνατόν ιστορικά να διατηρηθεί η παράδοση αυτή ανόθευτη;


Και βέβαια ήταν, για τους εξής λόγους:
α) Κατά την αρχαιότητα έχουμε παραδείγματα ύμνων πολλών στροφών που διατηρήθηκαν προφορικά για χίλια χρόνια όπως π.χ. Η ινδική Rigveda με 153.800 λέξεις. Ή ακόμα και με τους στίχους του Ομήρου που για 500 χρόνια ήσαν προφορικοί.
β) Ο Αδάμ έζησε 930 χρόνια και επομένως μετέδωσε προφορικά σε εγγόνια και τετραέγγονα όσα τους αποκάλυψε ο Θεός. Οι πληροφορίες αυτές έφθασαν μέχρι την εποχή του Νώε.
γ) Η πτώση του ανθρώπου είχε σαν συνέπεια την απομάκρυνσή τους από τον αληθινό Θεό. Όμως βλέπουμε στις μυθικές διηγήσεις των λαών να υπάρχει ένας πυρήνας παραδοχής μιας πρωταρχικής κοινής παραδόσεως.
Η ομοιότητα όλων των θρύλων κατά τον πυρήνα σημαίνει την προέλευση αυτών από μία κοινή πηγή.
Επομένως η βιβλική διήγηση φέρει παγκόσμιο χαρακτήρα γιατί είναι αχρωμάτιστη εθνικώς και τούτο είναι ένα δείγμα αξιοπιστίας της βιβλικής διηγήσεως.
δ) Ο Μωυσής ως θεόπνευστος καταγράφει όλες αυτές τις αλήθειες που αποκάλυψε ο Θεός.

Πατήρ Γεώργιος Α. Καλπούζος

Η Γραφή μας λέγει, ότι ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν εκ του μηδενός. Πώς να το δεχθούμε, αφού κανείς άνθρωπος ως παρατηρητής δεν υπήρχε τότε να το δει;


Πραγματικά δεν υπήρχε ο άνθρωπος όταν έγινε η δημιουργία του Σύμπαντος. Όμως ο Δημιουργός Θεός αποκάλυψε στον άνθρωπο τη δημιουργία του κόσμου.
Αν δεν έδινε τις πληροφορίες αυτές για τη δημιουργία του ουρανού, της γης και του ανθρώπου, κανείς δεν θα γνώριζε για την προέλευσή τους, ούτε για την πρωταρχική πηγή του κακού (τον διάβολο), ούτε περί την υπόσχεση περί ενός Μεσσία – Λυτρωτού.
Από αγάπη λοιπόν ο Θεός αποκάλυψε στον άνθρωπο την αρχή της ιστορίας της ανθρωπότητας και της δημιουργίας του κόσμου, ώστε οι γνώσεις αυτές να μεταδίδονται εκ παραδόσεως στις επόμενες γενιές.
Η προφορική αυτή παράδοση καταγράφηκε αργότερα από τον θεόπνευστο συγγραφέα Μωυσή στο πρώτο του βιβλίο την <<Γένεσιν>> 1.500 χρόνια προ Χριστού.

Πατήρ Γεώργιος Α. Καλπούζος

Η Παλαιά Διαθήκη είναι σύνολο βιβλίων που τα πρωτότυπά τους είναι στα χέρια των Εβραίων. Εμείς οι Χριστιανοί γιατί την χρησιμοποιούμε και μάλιστα στην Λατρεία μας;


Η Παλαιά Διαθήκη είναι ο αποκαλυπτικός γραπτός λόγος του Θεού που περιέχει την παλαιά συμφωνία του Θεού με τον περιούσιο λαό Του τον Ισραήλ. Υπόσχεται ότι θα τους ευλογεί, εφόσον εκείνοι θα τον υπακούουν και θα μένουν πιστοί σ' Αυτόν.
Η Παλαιά Διαθήκη στο μεγαλύτερο μέρος της, γράφτηκε πρωτοτύπως στα Εβραϊκά. Την κατέχουν οι Εβραίοι που φόνευσαν τον Μεσσία Χριστό και άρα δεν υπάρχει φόβος για παραποίησή της.
Το 250 προ Χριστού μεταφράσθηκε στα Ελληνικά από 72 μεταφραστές. Τη μετάφραση αυτή χρησιμοποιεί η Εκκλησία μας.
Στο πρώτο της βιβλίο την <<Γένεσιν>> περιγράφεται η δημιουργία του σύμπαντος κόσμου και του ανθρώπου , η πτώση του ανθρώπου, αλλά και η υπόσχεση του Θεού στον πρώτο άνθρωπο, ότι θα στείλει ένα Μεσσία για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος.
Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί το κλειδί για να ερμηνεύσουμε την Καινή Διαθήκη. Το γιατί ήρθε ο Χριστός στη γη, γιατί σταυρώθηκε, γιατί αναστήθηκε. Γιατί ενδιαφέρθηκε για την ιστορία και πήρε μέρος στην ιστορική περιπέτεια. Ο Χριστός είναι το κλειδί και το κέντρο των δύο Διαθηκών. Η μελέτη της Βίβλου θα μας οδηγήσει στο πρόσωπο του ζωντανού Λόγου του Θεού.
Γι' αυτό η Εκκλησία μας επιλέγει περικοπές από την Θεόπνευστη Παλαιά Διαθήκη, είτε ψαλμούς, είτε προφητείες, είτε διηγήσεις από την κοσμολογία και ανθρωπολογία και τις χρησιμοποιεί στη Λατρεία της, για να κατανοούμε το λυτρωτικό έργο του Χριστού.

Πατήρ Γεώργιος Α. Καλπούζος